Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αναλώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αναλώ Προφορά: αναλώ
  1. βρέχω κάτι σε υγρό για να μαλακώσει Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. μουσκεύω κάτι ξερό για να μαλακώσει Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. διαλύω, μουσκεύω μαλακώνω κάτι υγραίνοντάς το Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το αττικόν αναλύω με την αυτήν έννοια, ...της χιόνος αναλυομένης - Πλουτάρχου Ηθικά 898 Α

    Χρόνοι:
    Παρατατικός: ενάλ'να
    Μέλλοντας: θα αναλώ
    Αόριστος: ενάλεσα και ενάλτσα

    Προστακτική:
    ανάλτσον

Παρατηρήσεις - Σχόλια