Προέλευση: από το αττικόν αναλύω με την αυτήν έννοια, ...της χιόνος αναλυομένης - Πλουτάρχου Ηθικά 898 Α
Χρόνοι: Παρατατικός: ενάλ'να Μέλλοντας: θα αναλώ Αόριστος: ενάλεσα και ενάλτσα
Προστακτική: ανάλτσον
Ενεστώτας: αναλώ Παρατατικός: ενάλ'να Μέλλοντας: θα αναλώ Αόριστος: ενάλεσα και ενάλτσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.