Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χοροσανλής (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: χοροσ̌ανλής Προφορά: χοροσανλής
  1. οξύθυμος, ιδιότροπος κάτοικος περσικού Χοροσάν Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια