Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αγουστάπιν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αγουστάπιν Προφορά: αγουστάπιν
  1. είδος αχλαδιού, που ωριμάζει τον Αύγουστο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια