τρανογούλτς(-ης)
Αρσενικό: Ενικός: τρανογούλτς Πληθυντικός: τρανογούλοι / τρανογούλ'
Θηλυκό: Ενικός: τρανογούλαινα Πληθυντικός: τρανογούλ'
Ουδέτερο: Ενικός: τρανογούλ'κον Πληθυντικός: τρανογούλ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.