αγάστρωτον (το) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: αγάστρωτον
Προφορά: αγάστρωτον
-
το μη έγκυο (συνήθως για ζώα)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
αυτό που δεν είναι έγκυο
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης