Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χιλάρικον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χͮιλά̤ρικον Προφορά: σιλεάρικον
  1. μπουκάλα 1.000 δραμίων, δυόμιση οκάδων Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Επήραμε κι έναν χͮιλά̤ρικο τσίπρον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια