Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καλαντάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: καλαντά̤ζω Προφορά: καλαντεάζω
  1. δίνω δώρα την Πρωτοχρονιά, πάω ξηρούς καρπούς και τριγώνια (βλ. λήμμα τριγών) στη βρύση τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς χτυπώ κάποιον (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια