καλαμίδ (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: καλαμίδ'
Προφορά: καλαμίδ
-
τα στάχυα που απομένουν μετά τον αλωνισμό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
θερισμένο χωράφι
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης