Ερμηνείες:
ξεπλένω τα ρούχα ή τα σκεύη, κατασταλάζω, δροσίζω το στόμα μου με δροσιστικό ποτό, αιθριάζω.
καταιονίζω από το αρχαίο ρήμα καταινίζω.
Αόριστος: εκατέντσα
Προέλευση:
από το ιωνικό αιονάω-ω και καταιονώ, καται(ο)νίζω, με την ταυτόσημη έννοια του περυχύνω
< Άλλ' ενέβρεξαν προσηνώς και κατηόνησαν - Πλούταρχου Ηθικά 7,41>
Παράγωγα:
1) το επίθετο καταινός με την έννοια του καθαρός, κρυστάλλινος
2) το ουσιαστικό καταιονισμός
Χρόνοι:
παρατατικός εκαταίνιζα
μέλλοντας θα καταινίζω
αόριστος εκαταίν'τσα
Προστακτική:
καταίν'τσον!
Παραδείγματα:
1) « Ντο εφτά'ς σύντεκνεσα; - Λώματα καταινίζω!»( τι κάνεις κουμπάρα; Ρούχα ξεπλένω!)
2) « φέρον με έναν ποτήρ' νερόν καταινόν!»