Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γερόντικον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: γερόντικον Προφορά: γερόντικον
  1. γεροντίστικο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια