Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουσλούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουσ̌λούκ' Προφορά: κουσλούκ
  1. η ώρα 9 με 10 το πρωί Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια