Παθητική φωνή:
κουρφεύκουμαι = καυχιέμαι και κουρφίσκουμαι
1. Προέλευση:
Από το Αττικό κορυφόω-ώ που σημαίνει εξυψώνω, σχηματίζω κορυφή, κορυφίζω ή από το ρήμα κουρ'φίζω με αυτή την έννοια.
2. Σχόλια
Παρατατικός: εκούρ'φιζα
Μέλλοντας: θα κουρ'φίζω
Αόριστος: εκούρ'φιξα
Προστακτική: κούρ'φιξον!
Παράγωγο ουσιαστικό: κουρφέας
3.Παράδειγμα:
Κουρ΄φιζ' ο κουρφέας, ατός ατόν - ο παινεσιάρης επαινεί τον εαυτό του-
4. Αναφορά:
Έπειτ' εκεί κορυφαίος εστηκώς (Αριστοφάνη Πλούτος 593)