Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουρσίμ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κουρσ̌ίμ' Προφορά: κουρσίμ
  1. σφαίρα, βόλι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    γρήγορα(μεταφορά)

    Παράδειγμα:
    1) εμέν το κουρσίμ κι σκοτών, κάμα γερά κι'ανοί'με
    2) άμον κουρσίμ δέβα κ'έλα

  2. μολύβι, βολίδα, βλήμα, σφαίρα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη kursun

    κουρσίμ(ι)

Παρατηρήσεις - Σχόλια