Γραφή στην Ποντιακή: κουβαρά̤ζωΠροφορά: κουβαρεάζω
κάμνω κουβάριΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
1) Που έχͮ’ ξενιτέαν, μη κουβαρά̤ζ’ αποβραδίς.
2) Τη ποταμί’ το νερόν κουβαρά̤εται και τρέχͮ’. (κυλίεται σαν κουβάρι)
κάνω το νήμα σε κουβάριΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης