Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουβαριάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουβαρά̤ζω Προφορά: κουβαρεάζω
  1. κάμνω κουβάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Που έχͮ’ ξενιτέαν, μη κουβαρά̤ζ’ αποβραδίς.
    2) Τη ποταμί’ το νερόν κουβαρά̤εται και τρέχͮ’. (κυλίεται σαν κουβάρι)

  2. κάνω το νήμα σε κουβάρι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική φωνή:
    κουβαριάουμαι = συμμαζεύομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια