κακοζωία (η) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κακοζωία
Προφορά: κακοζωία
-
ζωή άθλια, γεμάτη στερήσεις
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
ζωή άθλια στη φτώχεια και στη στέρηση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης