Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουβαλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουβαλαεύω Προφορά: κουβαλαεύω
  1. καταδιώκω, κυνηγώ Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Εκείνε κουβαλάευεν ατον με το κοντάρ' σο χͮέρ'.
    2) Οι γυναίκ' άμον ντ' εγροίξαν ντο έτον Εβραίος, εκουβαλάεψαν ατον.

  2. καταδιώκω κάνω γρήγορα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια