Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
τσορβά (η)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌ορβά
Προφορά: τσορβά
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Ερμηνεία:
σούπα με ξεφλουδισμένο και χοντροκομμένο καλαμποκίσιο αλεύρι
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια