Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσοκεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσ̌οκεύω Προφορά: τσοκεύω
  1. γκρεμίζομαι χαμηλώνω και κάθομαι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παραδείγματα:
    1) Ετσ̌όκεψεν τ’ οσπιτί’ η στεγάδια. (γκρεμίζομαι)
    2) Ετσ̌όκεψεν η δείσα.
    3) Η τσαζού ετσ̌όκεψεν απάν’ σο κατωθύρ’.
    4) Ο Χάρον ετσ̌όκεψεν σ’ ωμία μ’.

  2. πέφτω λυγίζω από το βάρος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια