κουνοχάραγμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: κουνοχάραγμαν
Προφορά: κουνοχάραγμαν
-
παλαιό έθιμο κατά το οποίο οι γονείς ενός μικρού αγοριού χάραζαν στην κούνια ενός μικρού κοριτσιού το όνομα του για να παντρευτούν μεταξύ τους
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης