Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιρνία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιρνία Προφορά: τσιρνία
  1. ελάχιστη φωνή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα:
    1) Εγροίξεν ντο έσαν Γουρζουλάντ’ αμάν τσιρνίαν φοάται να βγάλλ’.
    2) Εντώκα τον και τσιρνία ’κ’ εξέγκεν.
    3) Η πατσή τσιρνία ’κί βγάλ’ άμα τα δάκρυα τ’ς σ̌ουπούρ, σ̌ουπούρ τρέχουνε.

  2. τσιμουδιά, κλαψούρισμα ελάχιστος ψίθυρος φωνής Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια