Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

τσιβίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: τσιβίζω Προφορά: τσιβίζω
  1. 1) τιτιβίζω (για πουλί) 2) μιλάω ακατάπαυστα (μεταφορικά) Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. βάζω σφήνα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια