Προέλευση: από το αρχαίο ρήμα διατινάσσω = τινάζω κάτι δυνατά άνω κάτω
Ιδίωμα: Σταυρί
Παράδειγμα: Ο Παναέτες άλλο ’κ’ εβάσταξεν, εδα̤τινά̤εν, εκωλοκάτσεν και είπεν.
Ενεστώτας: δα̤τινά̤ουμαι Παρατατικός: εδα̤τινά̤ουμ'νε Μέλλοντας: θα δα̤τινά̤ουμαι Αόριστος: εδα̤τινά̤γα / εδα̤τινά̤α
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.