Αρσενικό: Ενικός: αναλλαγμένος Πληθυντικός: αναλλαγμένοι, αναλλαγμέν'
Θηλυκό: Ενικός: αναλλαγμένισα, αναλλαγμέν'σα, αναλλαγμέντσα Πληθυντικός: αναλλαγμένοι, αναλλαγμέν'
Ουδέτερο: Ενικός: αναλλαγμένον Πληθυντικός: αναλλαγμένα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.