Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αναδελφωσύνια (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. αναδελφωσύνια , 2. αναδελφωσύνα̤ Προφορά: αναδελφωσύνια
  1. το μη ταίριασμα των αδερφών Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια