Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
αμπαρομμάτ (το)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: αμπαρομμάτ
Προφορά: αμπαρομάτ
η τρύπα, από όπου αδειάζει το περιεχόμενο του αμπαριού (συνήθως σιτάρι ή αλεύρι)
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Ενικός: αμπαρομμάτιν/ αμπαρομμάτ'
Πληθυντικός: αμπαρομμάτα̤
Παρατηρήσεις - Σχόλια