Ερμηνεία: μη δυνάμενα να φαγωθούν
Προέλευση: από το α- στερ. + βορά
Παράδειγμα: Κρύα και άβορα. (φράση)
Αρσενικό - Θηλυκό Ενικός: ο/η άβορος, τη άβορονος, τον/την άβορον Πληθυντικός: οι άβοροι, τη άβορονίων, τοι άβορους
Ουδέτερο: Ενικός: το άβορον Πληθυντικός: τα άβορα
Σχόλιο: εύχρηστο κυρίως στο ουδέτερο γένος, αναλογικός σχηματισμός.