Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αμαρτωλά (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αμαρτωλά Προφορά: αμαρτωλά
  1. τα γεννητικά όργανα του άντρα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια