Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

χαϊβανλούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χαϊβανλούχ' Προφορά: χαϊβανλούχ
  1. ανοησία Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Με το χαϊβανλούχ’ν ατ’ ερρώστεσεν.

Παρατηρήσεις - Σχόλια