Ενεστώτας: αλυκώνω Παρατατικός: αλύκωνα, ελύκωνα Μέλλοντας: θα αλυκώνω Αόριστος: αλύκωσα, ελύκωσα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.