φωτίσια (τα) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φωτίσα̤
Προφορά: φωτίσια
-
βάπτιση
τα χόρτα, από τα οποία κατασκευάζονταν οι αγιαστούρες
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
βαπτίσια
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης