Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φωτία (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φωτία Προφορά: φωτία
  1. φως, φωτιά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Εβράδυνεν ο βραδα̤νόν, αψίστεν (αψέστεν) τα φωτίας. (φως)
    2) Εδέκεν φωτίαν το φουρνίν. (άψιμον, φωτιά)
    3) Δίγω φωτίαν. (κλάνω, πεθαίνω)
    4) Επέρεν φωτίαν. (μεταφορικά άναψε)
    5) Φωτίαν επέρεν οντάν έκ'σεν ντο έκλωσαν τα σουμάδα̤.
    6) Το πιστόφ' επέρεν φωτίαν. (εκπυρσοκροτώ)
    7) Τα πορτοκάλα̤ σο παζάρ’ φωτίαν έσαν. (πανάκριβα)
    8) Λαγγέυ’ απέσ’ σην φωτίαν. (κίνδυνος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια