Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φύλλον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φύλλον Προφορά: φύλλον
  1. πέταλα 1) φύλλο τράπουλας 2) το ανοιγοκλειόμενο μέρος της πόρτας παραθύρου 3) τεμάχιο υφάσματος 4) κάθε πλατύ και λεπτό πράγμα από ξύλο, μέταλλο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Απ’ έναν-έναν έχπασεν τη τσ̌ιτσ̌ακί' τα φύλλα. (πέταλα)
    2) Δώμα έναν φύλλον. (φύλλο τράπουλας)
    3) Η πόρτα έν’ δύο φύλλα. (το ανοιγοκλειόμενο μέρος της πόρτας παραθύρου)
    4) Το μανίκι μ’ ασά δύο φύλλα έν’. (τεμάχιο υφάσματος)
    5) Έκλωσεν το φύλλον. (μετέβαλε τη γνώμη του)

  2. 1) το φύλλο του δεντρου 2) φύλλο βιβλίου 3) έκταση υφάσματος κατά πλάτος 4) πανί πλοίου, ιστίο 5) φύλλο ζυμαριού Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη φύλλον

Παρατηρήσεις - Σχόλια