1) φυγαδάζω (Ιδίωμα: Κρώμνης)
2) αφήνω την πορδήν να φύγει, κλάνω (Ιδίωμα: Σαντάς)Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παραδείγματα:
1) Ελέπ’σε ο Κυριάκον και φυάζ’νε σε. (φυγαδάζω)
2) Εσπίχκουτουν κ’ εφύσανεν τ’ άψιμον και αναχάπαρα εφύαξεν ατό. (αφήνω την πορδήν να φύγει, κλάνω)