φτιλτόν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: φτιλτόν
Προφορά: φτιλτόν
-
πτίλο, πούπουλο
πράγμα λαφρό πολύ
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
πούπουλο, φτερό
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
πούπουλο, φτερό
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης