καλπάζωΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Εφτέρνιξεν ο γάϊδαρον και εγιανάσ̌εψεν το μολλάν.
καλπάζω1) κεντώ το άλογο με τις φτέρνες για να τρέχει
2) τρέπω σε φυγή
3) φεύγω με καλπασμόΠηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
Προέλευση:
από την αρχαία ελληνική λέξη πτερνίζω = χτυπώ κάποιον με την φτέρνα
Μέση φωνή:
φτερνίγουμαι = ξυπάζομαι
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.