Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φτερνίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: φτερνίζω Προφορά: φτερνίζω
  1. καλπάζω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Εφτέρνιξεν ο γάϊδαρον και εγιανάσ̌εψεν το μολλάν.

  2. καλπάζω 1) κεντώ το άλογο με τις φτέρνες για να τρέχει 2) τρέπω σε φυγή 3) φεύγω με καλπασμό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από την αρχαία ελληνική λέξη πτερνίζω = χτυπώ κάποιον με την φτέρνα

    Μέση φωνή:
    φτερνίγουμαι = ξυπάζομαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια