Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

γαλενός (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: γαλενός Προφορά: γαλενός
  1. ήσυχος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. ήρεμος, πράος, γαλήνιος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    Προέλευση:
    από το ιωνικό γαληνής, γαληνός με αυτήν την έννοια
    < πρός όρμον γαληνόν με ίθυνον ήσθα και φιλοικτίρμων αείστους ξένους νάσαι πάντα ήρεμος και πονεσιάρης- Ευρυπίδη Ιφιγένεια εν Ταύροις 355>

    ο γαλενός, η γαλενή και γαλενέσα, το γαλενόν

    Παράδειγμα:
    « Θα έρχουμαι κι' ευρίκω σε σά γαλενά τ' ορμία - θα 'ρθω να σε συναντήσω στις ήρεμες ακρογιαλιές.»

Παρατηρήσεις - Σχόλια