Προέλευση:
από το αρχαίο ρήμα γαγγρούμαι και γαγγραινούμαι με αυτήν την έννοια
< Ατάρ και γαγγρενούσθαι κνήμην τε και πόδα - Ιπποκράτους « Περί άρθρων εμβολής 63»>
Χρόνοι:
παρατατικός εγαγγρούμ'νε
μέλλοντας θα γαγγρούμαι
αόριστος εγαγγρώθα
Προστακτική:
γαγγρού!