Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

πριζνάρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: πριζνάρ' Προφορά: πριζνάρ
  1. πρωί, προηγούμενο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. πρωί, πρωινό Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τη λέξη πρωισινός - πρωί

Παρατηρήσεις - Σχόλια