κοτσοκέφαλος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: κοτσοκέφαλος
Προφορά: κοτσοκέφαλος
-
αστείος
1) αποτομή της κεφαλής του Προδρόμου (Ιδίωμα: Κοτυώρων) 2) εκείνος που έχει κεφάλι ελαττωματικό (Ιδίωμα: Άδισσας)
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)