Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καινούρ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καινούρ' Προφορά: καινούρ
  1. καινούριο, νέο Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. καινούργιος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    καινούρ(ιος)

Παρατηρήσεις - Σχόλια