Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παζαρλούκ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: παζαρλούκ' Προφορά: παζαρλούκ
  1. συζήτηση διαπραγμάτευση για τον καθορισμό της τιμής του εμπορεύματος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Σα κάποια μαγαζία παζαρλούκ’ ’κ’ εφτάγ’νε.

Παρατηρήσεις - Σχόλια