Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δαυλίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δαυλίζω Προφορά: δαυλίζω
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    1) υποκινώ (Μεταφορικά)
    2) τα καιόμενα ξύλα ,τα οποία ανακατεύει κάποιος για αναζωπύρωση της φωτιάς

  2. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Ερμηνεία:
    υποκινώ εχθρότητες

Παρατηρήσεις - Σχόλια