Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αβατλούχ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αβατλούχ Προφορά: αβατλούχ
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    τόπος γεμάτος βάτους

    Παράδειγμα:
    Ασ' οσπίτ' κι απάν' αβατλούχ' έν'.

Παρατηρήσεις - Σχόλια