Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρσανέα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρσανέα Προφορά: καρσανέα
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    η ποσότητα που χωράει το καρσάν

Παρατηρήσεις - Σχόλια