Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

παζιρκιάνος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: πα̤ζιρκι͜άνος Προφορά: πεαζιρκιάνος
  1. τσ̌αμπάζης 1) κάτοχος καραβανιού από πολλά ζώα 2) μεσίτης αγοραπωλησίας σκλάβων 3) αντιπρόσωπος της Τουρκικής Κυβερνήσεως για το παιδομάζωμα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Σταυρί.

Παρατηρήσεις - Σχόλια