Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καγκέλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καγκέλ' Προφορά: καγκέλ
  1. ελικοειδής δρόμος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. κάγκελο και κάθετι ελικοειδές, που έχει στροφές Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    λατινική, από την λατινική λέξη cancellum ή σωστότερα cancelli - orum = το κάγκελο

Παρατηρήσεις - Σχόλια