Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καβαλάρς (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καβαλάρ'ς Προφορά: καβαλάρς
  1. ιππέας, αναβάτης Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια