-
άεργος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
άεργος
ο χωρίς εργασία
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
άνεργος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
-
άβαρος,αργόσχολος,χασομέρης,ανέμελος
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
άβαρος,αργόσχολος,χασομέρης,ανέμελος
Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
-
άνεργος, αργόσχολος
Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη