Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αβαράς (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αβαράς Προφορά: αβαράς
  1. άεργος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    τουρκική

    Παράδειγμα:
    Όλ' έχ'νε και τερούνε σε και στέκ'νε αβαράδες.

  2. άεργος ο χωρίς εργασία Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. άνεργος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  4. άβαρος,αργόσχολος,χασομέρης,ανέμελος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  5. άβαρος,αργόσχολος,χασομέρης,ανέμελος Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  6. άνεργος, αργόσχολος Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια