Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

αποδεβάζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: αποδεβάζω Προφορά: αποδεβάζω
  1. 1) ξεπροβοδίζω κάποιον 2) κάνω κάποιον να περάσει από μέρος που δεν φαίνεται Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια