απόγαμπρος (ο) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: απόγαμπρος
Προφορά: απόγαμπρος
-
γαμπρός που την τελευταία στιγμή τον απαρνιέται η νύφη
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
εκείνος του οποίου διαλύεται ο γάμος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)