Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

απόγαμπρος (ο) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: απόγαμπρος Προφορά: απόγαμπρος
  1. γαμπρός που την τελευταία στιγμή τον απαρνιέται η νύφη Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. εκείνος του οποίου διαλύεται ο γάμος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Κ' εσύ γαμπρέ κι απόγαμπρε, δέβα απ' όθεν έρθες.

Παρατηρήσεις - Σχόλια